Νικητιάδης: Στη Βουλή 16 ερωτήματα προς 4 Υπουργούς για την εγκατάλειψη των μελισσοκόμων, τη νοθεία και τους ανεπαρκείς ελέγχους στο μέλι
Την ανεπαρκή ιχνηλασιμότητα και τους ελλιπείς ελέγχους στην αγορά μελιού, τη νοθεία και το παράνομο «βάφτισμα» εισαγόμενων προϊόντων, καθώς και τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες μελισσοκόμοι, φέρνει στη Βουλή ο Βουλευτής Δωδεκανήσου, τ. Υφυπ. Πολιτισμού Τουρισμού και Υπεύθυνος ΚΤΕ Ανάπτυξης του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Νικητιάδης, με Ερώτηση που κατέθεσε προς τέσσερις Υπουργούς: Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.
Ο κ. Νικητιάδης επισημαίνει στην Ερώτηση του, ότι η ελληνική μελισσοκομία, ένας κλάδος στον οποίο δραστηριοποιούνται περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, την αύξηση του κόστους παραγωγής, την ανεπαρκή στήριξη, αλλά και τον αθέμιτο ανταγωνισμό από φθηνά εισαγόμενα και ενδεχομένως νοθευμένα προϊόντα. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό μέλι αποτελεί προϊόν υψηλής ποιότητας και διατροφικής αξίας, με τις εξαγωγές του το 2024 να φθάνουν τους 6.270 τόνους, αξίας περίπου 26,4 εκατ. ευρώ.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Βουλευτής Δωδεκανήσου στα στοιχεία των ευρωπαϊκών ελέγχων. Από τα 320 δείγματα εισαγόμενου μελιού που εξετάστηκαν κατά την περίοδο 2021-2022, τα 147, ποσοστό 46%, κρίθηκαν ύποπτα για προσθήκη εξωγενών σακχάρων, όταν το αντίστοιχο ποσοστό την περίοδο 2015-2017 ήταν μόλις 14%. Οι έλεγχοι έχουν αναδείξει πρακτικές όπως προσθήκη φθηνών σιροπιών ζάχαρης, χρήση χρωστικών και άλλων προσθέτων, αφαίρεση γύρης και παραποίηση στοιχείων ιχνηλασιμότητας.
Στην Ερώτηση του κ. Νικητιάδη αναδεικνύεται παραλλήλως η καθυστέρηση δημιουργίας ενός πλήρους ηλεκτρονικού συστήματος ιχνηλασιμότητας ή ηλεκτρονικού ισοζυγίου μελιού. Παρότι από τις 14 Ιουνίου 2026 εφαρμόζονται οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες για την αναγραφή των χωρών και των ποσοστών προέλευσης στα μείγματα μελιού, το εθνικό σύστημα που θα επιτρέπει την ουσιαστική διασταύρωση των δηλωμένων στοιχείων δεν έχει ακόμη τεθεί σε λειτουργία. Ο κ. Νικητιάδης ζητά από την Κυβέρνηση να εξηγήσει γιατί δεν ήταν εγκαίρως έτοιμη και εάν προτίθεται να επισπεύσει την εφαρμογή του ηλεκτρονικού ισοζυγίου ήδη από το 2026.
Στο επίκεντρο της Ερώτησης του Βουλευτή Δωδεκανήσου βρίσκεται και η βιολογική μελισσοκομία, μετά την ακύρωση του σχετικού προγράμματος ύψους 19 εκατ. ευρώ. Όπως σημειώνεται, παραγωγοί που είχαν ενταχθεί στη διαδικασία πιστοποίησης και προσαρμόσει την παραγωγή τους στις απαιτήσεις του προγράμματος βρέθηκαν εκτεθειμένοι, αναλαμβάνοντας αυξημένο κόστος χωρίς την αναμενόμενη στήριξη. Ο κ. Νικητιάδης ζητά συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τα αποτελέσματα της κυβερνητικής «Task Force» και για τη δημιουργία ενός αξιόπιστου και δίκαιου πλαισίου βιολογικής μελισσοκομίας.
Ειδική αναφορά γίνεται στις νησιωτικές περιοχές και ιδιαιτέρως στο Νότιο Αιγαίο, όπου η ξηρασία και οι κλιματικές συνθήκες έχουν οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε δραστική μείωση της παραγωγής, σε ορισμένες περιπτώσεις άνω του 50%. Από τον Υπεύθυνο του Κ.Τ.Ε Ανάπτυξης του ΠΑΣΟΚ, ζητούνται αναλυτικά στοιχεία για τις ενισχύσεις προς τους μελισσοκόμους των μικρών νησιών του Αιγαίου κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς και πρόσθετα μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση της ξηρασίας και του αυξημένου κόστους παραγωγής.
Ο κ. Νικητιάδης θέτει επίσης το ζήτημα της δημιουργίας Μελισσοκομικών Πάρκων, κατά τα πρότυπα αντίστοιχων δράσεων στην Τουρκία, καθώς και την ανάγκη θεσμοθέτησης σαφούς πρωτοκόλλου ασφαλείας για τη χρήση καπνιστηρίου κατά την αντιπυρική περίοδο, ώστε να σταματήσει η διαφορετική ερμηνεία της νομοθεσίας από τις αρμόδιες υπηρεσίες και να αποφεύγονται περιστατικά όπως η πρόσφατη σύλληψη 71χρονου μελισσοκόμου στη Ρόδο.
Με 16 συγκεκριμένα ερωτήματα, ο Βουλευτής Δωδεκανήσου ζητά από την Κυβέρνηση σαφείς απαντήσεις για το ηλεκτρονικό ισοζύγιο μελιού, τους τελωνειακούς και αγορανομικούς ελέγχους, τις ποσότητες που δεσμεύθηκαν ή αποσύρθηκαν, τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν, τη βιολογική μελισσοκομία, τη στήριξη των νησιωτών παραγωγών και τον συνολικό εθνικό σχεδιασμό για έναν κλάδο κρίσιμο τόσο για την ελληνική παραγωγή όσο και για τη βιοποικιλότητα.



