Οι αγορές μυρίζουν το αίμα
Κάθε φορά που η ένταση στη Μέση Ανατολή ανεβαίνει, τα στούντιο γεμίζουν αυτοπεποίθηση. Χάρτες με πιθανούς στόχους, βέλη που δείχνουν κατευθύνσεις, αναλύσεις για «ισορροπία τρόμου» και «κόκκινες γραμμές». Απόστρατοι αξιωματικοί μιλούν με σιγουριά για το τι θα συμβεί και τι δεν θα συμβεί. Στρατηγικοί αναλυτές φτιάχνουν σενάρια με βεβαιότητα. Μιλούν για κλιμάκωση ή μη και κατά πόσο αυτό συμφέρει τις δύο πλευρές.
Συνήθως, λίγες εβδομάδες αργότερα, οι βεβαιότητες έχουν καταρρεύσει. Κι αυτό είναι λογικό γιατί σε αυτά τα ζητήματα δεν υπάρχει μια γραμμική σχέση λογικής και αποτελέσματος. Υπάρχει πάντα ο παράγοντας της αβεβαιότητας που υπερβαίνει αυτόν της πρόθεσης.
Ένα πράγμα όμως παραμένει σχεδόν βέβαιο σε όλες αυτές τις καταστάσεις. Η άνοδος των τιμών. Διότι για να γίνει αυτό, αρκεί μόνο η πιθανότητα μιας γενικευμένης σύρραξης. Δεν χρειάζεται καν να γίνει κλιμάκωση ή να αρχίσουν να “πέφτουν πύραυλοι”. Αρκεί η παγκόσμια ανησυχία για να πυροδοτήσει το ντόμινο στις οικονομίες.
Το πετρέλαιο ανεβαίνει όχι επειδή είναι σε έλλειψη, αλλά επειδή μπορεί να λείψει. Το κόστος μεταφοράς προσαρμόζεται όχι επειδή έκλεισε κάποιο στενό, αλλά επειδή υπάρχει ο φόβος ότι θα διακοπεί η διέλευση. Οι αγορές δεν περιμένουν την επιβεβαίωση. Αντιδρούν στην οποιαδήποτε υπόνοια. Και αυτή η υπόνοια έχει αντίκτυπο στην τιμή.
Η τιμή αυτή δεν μένει στα δελτία ειδήσεων. Διαχέεται. Περνά στην αντλία του βενζινάδικου, στο ράφι του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος. Προστίθεται σε μια ήδη βαριά πραγματικότητα. Γιατί η ακρίβεια δεν αποτελεί πια έκτακτο φαινόμενο. Είναι η πιο σταθερή παράμετρος της καθημερινότητας.
Κάθε διεθνής ένταση προσθέτει έναν ακόμη μικρό λογαριασμό σε έναν οικογενειακό προϋπολογισμό που ήδη πιέζεται. Και όταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ολοκληρώνονται, όταν τα πλάνα στα στούντιο αλλάζουν θέμα, το κόστος δεν επιστρέφει αυτόματα εκεί που ήταν. Οι τιμές σπάνια κατεβαίνουν με την ίδια ταχύτητα που ανέβηκαν.
Η ιστορία των τελευταίων ετών μας το έχει αποδείξει έμπρακτα. Μια κρίση γεννά αυξήσεις. Η κρίση περνά, οι αυξήσεις μένουν. Και η επόμενη ένταση έρχεται να προστεθεί πάνω σε μια νέα κανονικότητα που έχει ήδη γίνει ακριβότερη.
Κι ίσως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα. Όχι στο αν μια σύγκρουση θα επεκταθεί. Όχι στο αν οι παγκόσμιες ισορροπίες θα διατηρηθούν. Αλλά στο κατά πόσο αντέχει μια κοινωνία να ζει με διαδοχικά κύματα αβεβαιότητας που μεταφράζονται σε ένα διαρκές οικονομικό βάρος.
Στην πραγματικότητα οι αγορές δεν συγκινούνται από γεωπολιτικές εξηγήσεις. Δεν ενδιαφέρονται για το ποιος έχει δίκιο. Αν μυρίσουν τον κίνδυνο και το αίμα, αυξάνουν το τίμημα του ρίσκου. Και το τίμημα αυτό καταλήγει να το επωμίζεται ο πολίτης, έστω κι αν απέχει δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις εξελίξεις. Αυτή άλλωστε είναι και η ουσία της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Κάποια στιγμή οι εχθροπραξίες παύουν. Οι αναλύσεις και τα “βαθυστόχαστα” συμπεράσματα ξεχνιούνται. Οι χάρτες και τα βελάκια αποσύρονται. Ένα πράγμα όμως μένει αταλάντευτο. Οι τιμές που διαμορφώθηκαν από την αναμπουμπούλα.
Και τότε γεννιέται ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται καθαρά: αν κάθε διεθνής ένταση αφήνει πίσω της ένα μόνιμο ίχνος ακρίβειας, πόσο προσωρινές είναι τελικά οι διεθνείς κρίσεις; Μήπως ο πραγματικός πόλεμος δεν τελειώνει με την κατάπαυση του πυρός, αλλά συνεχίζεται σιωπηλά στην οικονομική αντοχή της κοινωνίας; Και αν κάθε κύμα φόβου μετατρέπεται σε νέο σημείο εκκίνησης για τις τιμές, ποιο είναι το όριο πέρα από το οποίο η προσαρμογή παύει να είναι αντοχή και μετατρέπεται σε εξάντληση;
Από τη στήλη "ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ" στη ΡΟΔΙΑΚΗ




