Η Θεσσαλονίκη των υποσχέσεων
Κάθε Σεπτέμβριο, στη Θεσσαλονίκη, διεξάγεται ένας ιδιότυπος μειοδοτικός διαγωνισμός πολιτικής αξιοπιστίας και, ταυτόχρονα, ένα κρεσέντο υποσχέσεων. Η κυβέρνηση ανεβαίνει με το περίφημο «καλάθι» της ΔΕΘ, το οποίο συνήθως βαραίνει όσο ελαφραίνουν τα δημοσκοπικά της ποσοστά. Η αντιπολίτευση ακολουθεί, υποχρεωμένη σχεδόν από το τελετουργικό να παρουσιάσει ένα καλύτερο καλάθι. Περισσότερες αυξήσεις, μεγαλύτερες ελαφρύνσεις, λιγότεροι φόροι, περισσότερες παροχές. Κάπου μέσα σε όλο αυτό υπάρχει και μια έκθεση.
Φέτος η αντίφαση είναι εντονότερη. Συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την πρώτη διοργάνωση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το 1926, και τιμώμενη χώρα είναι η Ιαπωνία. Μια χώρα που ταυτίστηκε όσο λίγες με την τεχνολογική εξέλιξη, τη βιομηχανική παραγωγή, την έρευνα και την εξωστρέφεια. Θα μπορούσε να είναι μια εξαιρετική αφορμή να συζητήσουμε γι’ αυτά. Πιθανότατα, όμως, θα συζητήσουμε για επιδόματα.
Όταν ο Νικόλαος Γερμανός οραματίστηκε τη ΔΕΘ, είχε κάτι πολύ διαφορετικό στο μυαλό του. Η πρώτη διοργάνωση, τον Οκτώβριο του 1926, συγκέντρωσε περίπου 600 εκθέτες, περισσότερους από τους μισούς από το εξωτερικό, και πάνω από 150.000 επισκέπτες. Για μια Ελλάδα που μόλις είχε βγει από τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Έκθεση ήταν μια δήλωση φιλοδοξίας. Η Θεσσαλονίκη μπορούσε να γίνει εμπορικός κόμβος των Βαλκανίων. Η χώρα μπορούσε να παράγει, να εξάγει και να προσελκύει επιχειρήσεις.
Έναν αιώνα αργότερα, όλα αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν. Στη ΔΕΘ συμμετέχουν επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, ερευνητικοί φορείς και ξένες αποστολές. Παρουσιάζονται τεχνολογίες, προϊόντα και νέες ιδέες. Μόνο που ελάχιστα από αυτά φτάνουν στη δημόσια συζήτηση. Για τον περισσότερο κόσμο, η ΔΕΘ αρχίζει με την άφιξη των πολιτικών αρχηγών και τελειώνει όταν σβήσουν οι κάμερες.
Αν ρωτούσαμε δέκα πολίτες τι παρουσιάζεται στη φετινή ΔΕΘ, πόσοι θα μπορούσαν να αναφέρουν μια σημαντική τεχνολογία, μια ελληνική επιχείρηση ή μια καινοτομία; Αν, αντίθετα, τους ρωτούσαμε τι σημαίνει πολιτικά η ΔΕΘ, οι περισσότεροι θα απαντούσαν χωρίς δεύτερη σκέψη: εξαγγελίες.
Κάπως έτσι η ΔΕΘ μετατράπηκε σε ένα ιδιότυπο ετήσιο χρηματιστήριο προσδοκιών. Για λίγες ημέρες ακούμε τι θα δοθεί, σε ποιους και κυρίως πόσο θα κοστίσει. Η κυβέρνηση παρουσιάζει το δικό της πακέτο, η αντιπολίτευση σπεύδει να εξηγήσει γιατί δεν είναι αρκετό και αρχίζει η γνωστή συζήτηση για το ποιοι κέρδισαν και ποιοι έμειναν απ’ έξω. Όσο αυξάνεται η πολιτική πίεση ή πλησιάζουν εκλογές, τόσο πιο γενναιόδωρες μοιάζουν να γίνονται οι εξαγγελίες. Λες και τα δημοσιονομικά περιθώρια μιας χώρας έχουν την παράξενη ιδιότητα να μεγαλώνουν όσο μικραίνουν τα ποσοστά εκείνων που κυβερνούν.
Θα ήταν βέβαια άδικο να χρεώσουμε αυτή την παράδοση στη σημερινή κυβέρνηση. Το ίδιο έργο έχει παιχτεί πολλές φορές, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Από την αντιπολίτευση τα περιθώρια της οικονομίας μοιάζουν πάντα μεγαλύτερα. Από την κυβέρνηση τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα. Μέχρι, βέβαια, να έρθει η επόμενη ΔΕΘ.
Κάπως έτσι, μια διεθνής εμπορική έκθεση που γεννήθηκε για να συνδέσει την Ελλάδα με την παραγωγή, την τεχνολογία και τις αγορές του εξωτερικού, έγινε το ετήσιο ραντεβού μας με το κράτος. Δεν περιμένουμε τόσο να μάθουμε τι παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, όσο τι θα ανακοινωθεί για εμάς.
Και φέτος, απέναντί μας βρίσκεται η Ιαπωνία. Μια χώρα που συνέδεσε το όνομά της με τη βιομηχανία, την έρευνα και την τεχνολογία. Η αντίθεση είναι σχεδόν ειρωνική. Στα περίπτερα θα παρουσιάζεται τι μπορούν να παράγουν και να πουλήσουν οι άλλοι στον κόσμο και λίγα μέτρα παραπέρα εμείς θα συζητάμε για το επόμενο «πακέτο».
Μια βόλτα ανάμεσα στα δύο θα μας πείσει. Όχι για να εξιδανικεύσουμε την Ιαπωνία, αλλά για να θυμηθούμε τι ήθελε να είναι αυτή η Έκθεση όταν ξεκίνησε πριν από έναν αιώνα. Γιατί ύστερα από εκατό χρόνια το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι οι πολιτικοί έμαθαν να πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη για να υπόσχονται.
Είναι ότι εμείς μάθαμε να τους περιμένουμε.



