Στον καφενέ του Ζαχάρη, γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

 

Στο καφενείο δεν έπεφτε καρφίτσα, ένα τσούρμο ηλιοκαμένοι τουρίστες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, αρκετοί καθισμένοι σε τελάρα κι άλλοι στο πάτωμα, δε χόρταιναν την καρπάθικη λύρα.  Όλες οι παγωμένες μπύρες του κόσμου στα σίγουρα δεν ήταν αρκετές για να τους ξεδιψάσουν. Ήταν η στιγμή που οι πυξίδες ολάκερου του κόσμου έδειχναν προς την Κάρπαθο. 

Πιάτα φορτωμένα με μεζέδες, αγριάδια τηγανητά, κεφτεδάκια, ντολμαδάκια, ακόμη και στιφάδο, έβγαιναν από την κουζίνα της Ρηγοπούλας και δεν προλάβαιναν να ξαποστάσουν πάνω στα τραπέζια, γίνονταν μικρές αφορμές για ένα σωρό ευχές κι αμέτρητα τσουγκρίσματα ποτηριών. 

Τον θυμάμαι τον Ζαχάρη, ήταν εκείνος ο αδύνατος καφετζής, με την άσπρη ποδιά, που κατάφερε για τρεις δεκαετίες να αφήσει το στίγμα του στα Πηγάδια, στην καρδιά της Καρπάθου.

Papa - Ζαχαρή, τον φώναζαν οι τουρίστες την εποχή του ’70 κι όταν έφευγαν για τις πατρίδες τους κάποιοι του φυλούσαν τα χέρια κι άλλοι ήθελαν να πάρουν κάτι από το καφενείο, αν ήταν δυνατόν ακόμη και μια σπασμένη καρέκλα, έτσι για να μη σβήνει από τη μνήμη τους η Κάρπαθος, ούτε ο Ζαχάρης κι ο ζωντανός καφενές του.

Ο Ζαχαρίας Χαλκιάς, έτσι ήταν το όνομα του, ήταν το τελευταίο και πιο αγαπημένο παιδί του Μανώλη Χαλκιά, γεννήθηκε κάπου στα 1918 στο χωριό Σπόα της Καρπάθου και είχε ακόμη 8 αδέλφια.  

Παντρεύτηκε την Ρηγοπούλα Κουζέλη από το Μεσοχώρι και για αρκετά χρόνια εγκαταστάθηκε στο χωριό της γυναίκας του.  Όταν τα πέντε παιδιά του ήταν πια στο δημοτικό σχολείο αποφάσισε να κατέβει στην πρωτεύουσα του νησιού και αρχικά μαζί με τον γαμπρό του άνοιξαν φούρνο και ζαχαροπλαστείο.

Η ζωή της φαμίλιας του Ζαχάρη άλλαξε όταν αποφάσισε να νοικιάσει ένα κατάστημα, που ήταν ήδη καφενείο, ακριβώς δίπλα στην Βαγγελίστρα. Καφενές από κείνους που σου μένουν στο μάτι και κάνουν το μυαλό να σκιρτά από τη δίψα για γλέντι. Μα δεν ήταν μόνο το μπαλκόνι με την απίστευτη θέα, ήταν ο Ζαχάρης, που είχε χάρισμα με τους ξένους επισκέπτες του νησιού, σα να τους κέρδιζε με μια ματιά κι αν ήταν σε άλλο τόπο, τότε, μα δεν υπάρχει αμφιβολία, θα τον είχαν κάμει λαικό πρεσβευτή του τουρισμού!

Όμως ποιος να σταθεί και να χασομερήσει στη μνήμη του πάπα Ζαχάρη. Μονάχα τα παιδιά του, εκείνα διδάχτηκαν τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, έμαθαν να φέρονται με τις συμβουλές και να ζουν με τους κανόνες του. 

Ο Ζαχάρης ήθελε να έχει καθαρό πρόσωπο, μόνο το πρόσωπο και πάντα ψηλά το κεφάλι, γιατί όπως συχνά επαναλάμβανε, την ευτυχία φέρνει το καθαρό πρόσωπο κι καθαρή καρδιά.

Έλεγε λοιπόν μέσα στην κουζίνα του καφενείου: «δώστε του κόσμου να φάει, μόνο αν χορτάσει τότε θα είναι ικανοποιημένος. Κι ένα πράμα να θυμάστε μόνο να μη λερώσετε το όνομα μου».

Αλήθεια υπάρχει καρπάθιος μουσικός, λύρα, λαούτο, τσαμπούνα ή βιολί που να μην έχει παίξει στου Ζαχάρη; Aργά το βράδυ, στις ώρες που θα περνούσε η αστυνομία και θα έκοβαν ακόμη μια κλήση για τη μουσική, εκείνος θα έβγαινε με ένα τσουβάλι φιστίκια και θα γέμιζε τα τραπέζια. Έπειτα η γυναίκα του, που ήταν η μαγείρισσα και το στήριγμα του, έφτιαχνε ένα καζάνι λουκουμάδες για να χορτάσουν σαράντα δράκοι, όπως λένε στην Κάρπαθο!

Βρήκα την κόρη του Ζαχάρη, την Ευδοξία, στη δική της επιχείρηση, σε ένα καφενείο στα Πηγάδια. Ξεχείλιζε ιστορίες, αμέτρητες στιγμές από τον πατέρα της και το καφενείο που πέρασαν 30 χρόνια από τη ζωή τους. Ξένους και ντόπιους ανακατεμένους μέσα στην αυλή, μια διαφορετική Κάρπαθος που λάβωνε, με το πιο βαρύ δόρυ του έρωτα, την καρδιά των επισκεπτών κι άφηνε αγιάτρευτη την πληγή. 

Η Ευδοξία, ίδια κοψιά με τον πατέρα της, συγκινήθηκε, ήταν καλός πατέρας ο Ζαχάρης, του άρεσε να πίνει με τους πελάτες, να λέει και να ακούει ιστορίες κι αν κανείς έδειχνε να πεινά, μα του ήταν εύκολο να δώσει και το δικό του πιάτο.   

Έτσι για μια στιγμή ξεχάστηκα, βρέθηκα ανεβασμένος στον μαντρότοιχο της Βαγγελίστρας κι από κάτω, μέσα από τη κρεβατίνα, ξεχωρίζω αχνά τους πελάτες του Ζαχάρη. Όλα τα πρόσωπα είναι χαρούμενα, ανέμελα, γεμάτα ζωή. Η καρπάθικη λύρα και το λαούτο δίνουν το ρυθμό κι ο αεικίνητος παπα Ζαχάρης δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο. Έπειτα γυρνώ το βλέμμα και το ρίχνω προς τη θάλασσα. Αυτή παραμένη ίδια κι απαράλαχτη. Όσο κι αφήνουμε πίσω ανθρώπους, όπως papa Ζαχάρης, θα έρχονται μικρές αδιάφορες στιγμές που θα μας κάνουν να τους μελετάμε και να αφουγκραζόμαστε σκηνές από τα χρόνια τους.

 

 

 

Φωτογραφικό υλικό

DODEKANISOS SEAWAYS

dodekanisos seaways

Μανώλης Δημελλάς

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Προτάσεις Verena

Ως τον ελάχιστο φόρο τιμής που οφείλει να αποτίσει η Πολιτεία στο πρόσωπο του Δημήτρη Κρεμαστινού...
Ο Μανώλης Σαββής είναι ο νέος Διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Ρόδο,...
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ-Πολιτικός χρόνος, αμφίσημη πολυσυζητημένη έννοια, νεολογισμός; επικοινωνιακό...
Η Dodekanisos Seaways γιορτάζει τα 20 χρόνια λειτουργίας της και προσφέρει 20% Έκπτωση και Δωρεάν...