Ο τελευταίος Μιαούλης της Καρπάθου

Όσο μιλά νιώθω περήφανος, πρόφταξα κι εγώ, έναν τέτοιο άνθρωπο στα δικά μας, τα μίζερα και εφτακακόμοιρα χρόνια. 
Τυχερός, που χασομέρησα και στάθηκα δίπλα του, να ακούσω ιστορία, που θέλει οκάδες καρδιάς και γερού τσαγανού, για να την παλέψεις. Ήρθαν και οι ρακές μας, τώρα θε να ξεκινήσουμε, να τα λέμε, μα τόση ώρα τι λέγαμε, μα δεν λέγαμε, νιώθαμε.
Ο Γιάννης Νιοτής, γεννημένος στα 1927, έκοψε μέσα στον ξεσηκωμό το αριστερό του χέρι, ανοίγαν βαρέλες και πίναν Ιταλικά κρασιά, κάθε τόσο ρίχναν, για πλάκα δυναμίτες, με την παρέα του, έτσι βιαστικά που τα παρατήσαν οι μεγάλοι κατακτητές, οι Γερμανοί, βρήκαν και αυτοί, παιδιά πράματα, ευκαιρία να το γιορτάσουν. 
Σε ένα βιαστικό άναμα, κρέπαρε το ριμάδι και έσκασε, μέσα στη παλάμη, έκοψε όλα τα δάχτυλα και άλλα δεν περίμενε να ξαναφυτρώσουν. Σακάτης πια, όπως ήταν, πάλευε για να δώσει τέρμα στη ζωή του, θα έπεφτε από ένα γκρεμό, πάνω στα πιο κοφτερά βράχια, τόχε πάρει απόφαση, ευτυχώς τότε είχε φίλους, αληθινούς, με σάρκα, κόκκαλα και μάτια, όχι σαν τους σημερινούς, που όλοι φίλοι και γνωστοί, αλλά μέσα από μαραφέτια και κυκλώματα. Τον πρόσεχαν για καιρό, έτσι τον κράτησαν ζωντανό αλλά σακάτη. Λίγο μετά ερωτεύτηκε, ήταν η Μαγκαφούλα, που δεν ήταν πρωτοκόρη, έτσι την έστειλαν από την Όλυμπο στα Πηγάδια, στο σπίτι μιας θείας, άκληρης και μόνης, η μια θα φρόντιζε την άλλη.
Εκεί την πρωτόδε, ήταν καναδυό χρονάκια μεγαλύτερη από κείνον, αλλά η ομορφιά και τα χαμηλά της μάτια, εκάμαν το Γιάννη να τη θωρρεί σα βασίλισσα, μπα μικρός και λίγος, είναι κι αυτός ο τίτλος.
Ήταν Άυγουστος του ’45, εκεί στη γιορτή του Άη Γιάννη, στη Βουρκούντα, που πήρε το βαρκάκι ανέβηκε για το γλέντι, όμως ο Γιάννης, είχε το σκοπό του, δεν τον αφήναν δικοί του, με καμμιά δύναμη, να παντρευτεί τη Μαγκαφούλα του, δεν ήθελε η μάνα, αλλά ούτε κι ο πατέρας, συμφωνούσε με αυτόν το γάμο. Ανέβηκε πάνω, παιδί πράμα, μέσα στο μεθύσι και τη χαρά της γιορτής μπλέχτηκαν όλα, ακούστηκε πως τη ζήτησε και συμφωνήσαν όλοι, εκείνος άλλο που δεν ήθελε, στην Όλυμπο και με νυφικό ένα κλεμμένο πολύχρωμο σεντόνι, από κείνα που κουβαλούσαν οι Ινδοί, στρατιώτες των Εγγλέζων, έγινε το κρυφό μυστήριο.
Οι γλυκές, ξέγνοιαστες μέρες στον άγριο βορρά τελειώσαν, κατέβηκε στα Πηγάδια, μα βρήκε μάνα και πατέρα μέσα στο κλάμα. Δεν σταματούσε ο γέρος και η γριά, τη μούγρα και τη διαφωνία, για τη τρέλα, την αποκοτιά, που έκαμε ο γιός πάνω στο μεθύσι του. Εκείνος όμως δεν πήρε όρκους και λόγο πίσω, αντίθετα με το πες- πες, έψησε το γέρο Νιοτή και τη μάνα του, γύρισε στην Όλυμπο και πήρε τη γυναίκα πια για κάτω, για τα καλά, η βάρκα δεν είχε προίκες και νυφοστόλια, φτωχό το κορίτσι, μα ήταν τόση η αγάπη, η λατρεία, που γέμισε με μέλια, μέλλωσε το ξύλινο σκαρί, ώστα να κατέβουν στα Πηγάδια.
Στα κατοποινά χρόνια, ένας ψαράς ήταν ο Γιάννης, που έκαμε πολλά παιδιά, σακάτης ψαράς, όμως φορτωμένος με χαμόγελο και χρήμα, γιατί δεν ήταν οκνός και αδιάφορος, έπιανε τη ζωή από τα μαλλιά και τη κοπανούσε σα χταπόδι, μέχρι να βγάλει φωνούλα και να του πει ήμαρτον ή να του χασκογελάσει. Εκεί που τα λέει τα προσωπικά θυμάται την ιστορία του Ρουμελιώτη, εκείνου του μάστορα ζαχαροπλάστη, που όποιος τον πρόλαβε θυμάται τα γλυκά και τα σορόπια, όμως δεν έμαθε πως για ένα σορόπι, διαφορετικό, της καρδιάς, εκείνο που πονά, παρά γλυκαίνει, άρπαξε τη γυναίκα της ζωής του και έφυγαν κρυφά, για την Όλυμπο, κάμαν γάμο και δέθηκαν με το Θεό εξομολογητή, να εβλογά το πάθος και τον έρωτα.
Φώναξε στα κρυφά τον Γιάννη, όλοι γνωρίζαν πως μόνος πήγαινε για ψάρεμα, μοναχός έπιανε τα πλάσματα της θάλασσας και τα κουλάντριζε με τον τρόπο του. Δεν έχασε ευκαιρία, το αγώι ήταν για το βορινό λιμάνι, το Γιαφάνι, μέσα στο σκάφος μπήκαν οι δυό τους και μια συντυλιγμένη γυναίκα, όπως ήταν νύχτα, ούτε που μυρίστηκε το πρόσωπο.
Το αγώι έπιανε το χιλιάρικο, καλά τα λεφτά, άσε που στο κατέβασμα θα μάζευε και ψάρια, διπλό λοιπόν, το κέρδος. Όσο ανέβαιναν για πάνω, ρωτούσε και ξαναρωτούσε ο Γιώργης Ρουμελιώτης, αν υπάρχουν τίποτε ξενικά καϊκια, που να ορμούν στις βάρκες, να αρπάζουν και να κλέβουν, μα ο Γιάννης τον καθυσήχαζε, όλα πάνε πρίμα, μόνο βάλε λίγο κρασί, να πιούμε και βγάλε τους μεζέδες να χορτάσουμε. Φτάσαν στο Γιαφάνι και τους άφησε, εκεί κατάλαβε γιατί ο Ρουμελιώτης αγχωνόταν και βγάζαν φόβο τα μάτια του, κουβαλούσε ένα τσουβάλι λίρες, τόσο παραδάκι δεν είχε ξαναδεί ο Γιάννης, μα ακόμα θυμάται εκείνα τα καθαρά χρόνια, το λέει και θαρρείς ξαναγιενιέται. Εφτά παιδιά έκαμε ο Γιάννης, καμάρωνε, όμως ανησυχούσε για αυτά, εκείνος ένιωθε βασιλιάς, αφού είχε τη Μαγκαφούλα, τη αληθινή πριγκίπισσα του, όμως τα παιδιά δεν ήθελε να γενούν ψαράδες.
Άκου ψαράδες, εκείνος έγινε ψαράς γιατί μιλούσε με τα ψάρια, είχε επικοινωνία και ήταν δύσκολα, σκληρά χρόνια, όμως τα παιδιά έπρεπε να διαλέξουν, να τους δώσει άκρη από δυνατό σκοινί κι εκείνα ας τραβούσαν όποιο τους εταίριαζε.
Βρήκε ευκαιρία το 1974, πρόσκληση από τον αδελφό του, στη μάνα Αμερική, δεν έχασε καιρό, μάζεψε σάντζαλα-μάντζαλα και πήγε στο Νιού Τζέρσεϊ, δεν έκανε, αδυνάτησε, έγινε σαν τσίρος, μα δεν το έβαλε κάτω, είχε στόχο ο ψαράς που κατέληξε πιατάς. 
Φούσκωνε ο λαιμός του, από το κουβάλημα και το πλύσιμο των πιάτων, αλλά δεν υποχώρησε ο Γιάννης, έκαμε προκοπή και φρόντισε όσο μπορούσε, για τα παιδιά του. Δεν έχει κακό λόγο για κανένα, ούτε και βγάζει πικρίες και θλιβερές κακομοιριές, μια γυναίκα του κρατά συντροφιά, τον φροντίζει με αντάλαγμα το μεροκάματο, ήρθε σαν κατσαρίδα και από την καλοπέραση έκαμε στήθια και πισινό, καμαρώνει κι εκείνος, που είναι ακόμη γερός και στα 89 του, αυτοσυντηρείτε, μπορεί να συναντά τους φίλους, να κουτσοπίνουν, να κουβεντιάζουν για τα περασμένα που είναι πιο φωτεινά από τα τωρινά. Μιαούλη λέγαν τον πατέρα του, που ήταν ο μπεξής του λιμανιού, ψαράς κι εκείνος, σκληρός Ολυμπίτης, βρέθηκε και άνοιξε έναν καφενέ, στα δικά του Μαγιάτικα χρόνια, στη Μήλο.
Εκεί είχε γράψει στο τοίχο και μεγάλα γράμματα: “στου Νιοτή το μαγαζί, ούτε πρόκα, ούτε καρφί”, από εκεί έφερε τη γυναίκα του και μάνα, των έντεκα παιδιών τους. Μοναδικός, ο τελευταιός, από εκείνη τη φαμίλια ο Γιάννης Νιοτής, στέκει στο λιμάνι, δεν γνωρίζουν πως είναι ο Μιαούλης της Καρπάθου, δεν ξέρουν, πως μέσα του δεν τρέχει αίμα, μα όλο το καρπάθιο πέλαγος, ούτε που υποψιάζονται για το γέρο-Γιάννη, πως μια να κάμει, θα βάλει κάτω όλους τους στεριανούς, ξενέρωτους πιτσιρικάδες. Όσο γερνά σαν να ακούει καλύτερα τους ήχους από τη τσαμπούνα, εκείνη που φούσκωνε κι έπαιζε τα μεσημέρια ο πατέρας του, εκείνος έβγαζε την μουσική, τα παιδιά του το τραγούδι και η μάνα το καμάρι την περηφάνια, έτσι μεγάλωσε ο Γιάννης.
Γελά με την καρδιά του, πίνει και κερνά, με τόσο πάθος, θέλεις δυό ζωές, μπα ούτε κι αυτές δε φτάνουν, για να τον προφτάσεις, να τον καταλάβεις, στα μάτια, βαθιά εκεί μέσα, ξεχωρίζεις ακόμα, το πρόσωπο της Μαγκαφούλας. 
Καλά τα παιδιά και τα εγγόνια, μα φεύγουν, περαστικά πουλιά, στήνουν δικές τους φωλιές και πεταρίζουν ξέχωρα, η Μαγκαφούλα μωρέ, τον ήξερε καλά, εμείς ούτε που πέρνουμε μυρωδιά, με κοροϊδεψε θαρρώ αυτός ο γέρος, με έκαμε να νιώσω λίγο την αλμύρα της θάλασσας και τη δροσιά μιας ολοζώντανης ψυχής, αχ αυτά τα παρατσούκλια, όλη η αλήθεια, σε μια μικρή λεξούλα, ολάκερος ο κόσμος.

Manolis Dimellas

Φωτογραφικό υλικό

Μανώλης Δημελλάς

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Προτάσεις Verena

Τα παλιά στελέχη του ΠΑΣΟΚ στη Ρόδο, δεν ξεχάσαν την σημερινή επέτειο για τα 45 χρόνια απο την...
"Ανοίξαμε όλα τα μέτωπα κατά τη διάρκεια της θητείας μας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι...
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Εξιχνιάστηκε άμεσα υπόθεση θανάσιμου τραυματισμού 37χρονου έπειτα από συμπλοκή 4...
ΕΝΩΣΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΝΟΤΙΑΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ Ε. Α. Υ. Ν. Δ. Αρ. Εγκρ....