Τι θα πουν οι ξένοι - του Θάνου Ζέλκα

ΤΙ ΘΑ ΠΟΥΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ-Το ερώτημα που τίθεται μεταξύ μας όσες φορές αντιμετωπίζουμε ως κράτος κάποιο πρόβλημα είναι το “Τι θα πουν οι ξένοι;”. Ένα ερώτημα άνευ ουσίας στην πραγματικότητα, το οποίο όμως στην ενδοχώρα παίρνει διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας και όλο αυτό διότι έχουμε μάθει να αναζητούμε συνεχώς έναν έπαινο από το εξωτερικό για να επιβεβαιωθούμε ως έθνος.

Πολλές φορές αυτή μας η ιδιορρυθμία λειτούργησε ως εφαλτήριο για πρόοδο και ευημερία, καθώς ακόμα κι αν το κίνητρο ήταν λάθος κατάφερε να εμπνεύσει και να τροφοδοτήσει μεγαλόπνοα εγχειρήματα. Πρόσφατο παράδειγμα οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, οι οποίοι όχι μόνο έγιναν κόντρα σε όλες τις προβλέψεις αλλά απετέλεσαν και σημείο αναφοράς για την αρτιότητά τους. Δεν ήταν μόνο ο εθνικός στόχος που μας έβγαλε τον καλύτερο μας εαυτό. Ήταν η προσμονή μας να ακούσουμε στα διεθνή ΜΜΕ ότι η μικρή Ελλάδα “έβαλε τα γυαλιά” σε όλο τον πλανήτη. Εφόσον έγινε αυτό, το ότι ο λογαριασμός ήρθε “βαρύς” δεν ήταν πρόβλημα. Την κάναμε τη ζημιά και την πληρώνουμε σχεδόν αδιαμαρτύρητα κι ας στήθηκε πάνω στις πλάτες μας το φαγοπότι του αιώνα.

Τι γίνεται όμως όταν αυτό γίνεται ψύχωση και χάνεται η ουσία; Η ξενομανία μας πολλές φορές φθάνει στα όρια της παράνοιας, με τελευταία τάση να υιοθετούμε ακόμα και ξένα έθιμα προκειμένου να ακουστούμε. Κι αν είμασταν χώρα που δεν είχε δικά της, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αναζητούμε μια ταυτότητα. Αλλά το να έχουμε σε κάθε γωνιά της χώρας θρύλους και παραδόσεις που μπορούν να αναβιώσουν και να αποτελέσουν πραγματικά ορόσημα κι αντ’ αυτού εμείς να γιορτάζουμε το Halloween, αυτό δείχνει τουλάχιστον υποβάθμιση της δικής μας κουλτούρας.

Όπως υποβάθμιση της προσωπικότητάς μας αποτελούν όλα τα κακώς κείμενα που εκτυλίσσονται καθημερινά στη χώρα κι αντί να τα διορθώσουμε για δική μας ικανοποίηση, διαμαρτυρόμαστε που θα τα δουν οι ξένοι και θα μας κακολογήσουν. Ο εγωισμός μας εδώ πάει περίπατο. Πρώτα να τα χαρούν οι ξένοι και μετά εμείς, διότι βλακωδώς και χωρίς καμιά συναίσθηση ανακυρήξαμε ως βαριά βιομηχανία της χώρας τον Τουρισμό, ενώ ο πραγματικός πόλος έλξης των τουριστών είναι ο Πολιτισμός μας σε συνδυασμό με όλο το τοπίο. Δεν είμαστε τριτοκοσμική χώρα που έχει μόνο παραλίες και ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Είμαστε η χώρα που θεμελίωσε το σύγχρονο πολιτισμό.

Ύστερα απ’ όλα αυτά ζητάμε το σεβασμό των ξένων προς τη χώρα μας. Μας πώς να κερδίσουμε το σεβασμό όταν η όλη μας συμπεριφορά δείχνει υποτέλεια; Πώς θα τους πείσουμε ότι είμαστε ισότιμοι όταν εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να σεβαστούμε τον εαυτό μας; Πώς θα τους δείξουμε ότι έχουμε γίνει ένα σύγχρονο κράτος, όταν τα τρωκτικά και οι κηφήνες κατασπαράζουν το βιός μας και μπλοκάρουν κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού; Πώς τελικά θα βγουν τα καλά μας χαρακτηριστικά στην επιφάνεια, όταν συνεχώς προβάλουμε το αντίθετο;

Τα μοναδικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν συγκολλητική ουσία για το λαό είναι ο αθλητισμός και οι διακρίσεις στο εξωτερικό. Κι αυτά επειδή δεν αποτελούν κίνδυνο για εκείνους που επιδιώκουν τη συνέχιση της δεδομένης κατάστασησ. Μόλις κάποιος ξεχωρίσει στο εσωτερικό, προσπαθούμε να του τσακίσουμε τα φτερά. Πρέπει όλοι να βράζουμε στο καζάνι της μιζέριας και της μετριότητας. Τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης τους φυλακίσαμε, τους ποιητές και τους συγγραφείς τους απαξιώσαμε, τους επιστήμονες τους διώξαμε στο εξωτερικό.

Αναρωτήθηκε ποτέ κάποιος ποιός τελικά θα σπρώξει το κάρο για να ξεκολλήσει από το βάλτο; Περιμένουμε ως συνήθως κάποιον ξένο να έρθει να το κάνει, ενώ εμείς μαλώνουμε για τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσουμε για να τα καταφέρουμε. Κι αυτοί που τελικά διαπιστώνουν τη ματαιότητα αυτής της διαμάχης, εγκαταλείπουν το κάρο και συνεχίζουν το δρόμο τους με τα πόδια...

--

Από τη στήλη "ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ" στη ΡΟΔΙΑΚΗ της Κυριακής

Share