Γιώργος Μανούσος, καπετάνιος από αγάπη για την Κάσο και λατρεία για τη θάλασσα, του Μανώλη Δημελλά

Όσο πιο κοντά γεννιέσαι στη θάλασσα, όσο μεγαλώνεις με την αλμύρα της να γίνεται τροφή για το μυαλό κι ύστερα να αναθρέφει ολάκερη την ύπαρξη, τόσο περισσότερο δένεσαι μαζί της κι εκείνη φαίνεται πως το νιώθει, πρώτα σε δοκιμάζει κι ύστερα, μόλις σιγουρευτεί, κάνει ότι περνά από το χέρι της για να σε έχει κοντά της!

Ίσως αυτός ο λόγος να μοιάζει τετριμμένος και στους αμύητους το μυαλό να γεννά σωρό αμφίβολες σκέψεις, όμως είναι ζωντανή απόδειξη η ιστορία του Κασιώτη καπετάνιου Γιώργου Μανούσου, που παράτησε την Αμερική, άφησε πίσω τα πλούτη και τα μεγαλεία της και ένιωσε το κάλεσμα του μικρού νησιού του.

Γύρισε πίσω, επένδυσε μια ολάκερη περιουσία στο τόπο του, αν και παραλίγο από γλυκό νερό να χάσει τη ζωή του! Το πιο σπουδαίο είναι πως κατασκεύασε με τα χέρια του δυο πανέμορφα σκάφη και σήμερα γίνονται δρόμοι ή όπως λένε αρκετοί νησιώτες, οι φλέβες του Αιγαίου!

Ο Γιώργος Μανούσος είναι καπετάνιος και σήμερα εξακολουθεί να κρατά τη γραμμή Κάσος-Κάρπαθος, προσφέροντας υπηρεσίες στους ανθρώπους που ζουν στην εσχατιά του τόπου μας, ενώ ο ίδιος χαίρεται, καμαρώνει τα δώρα και τον πλούτο της θάλασσας.

«Είμασταν μικροί, τόσο δα σπόροι, κυνηγούσαμε τους άδειους τενεκέδες, που είχαν μέσα τυρί, φέτα, έπειτα τους κόβαμε και φτιάχναμε μικρά καράβια, που είχαν κουβέρτα, πανιά, αμπάρια, είχαν ακόμη και μηχανή!

Ύστερα ρίχναμε τα πλοία μας στη θάλασσα και ξεκινούσαν οι κόντρες και οι διαγωνισμοί! Ποιος θα βγεί πρώτος και θα έχει το πιο γερό, το πιο γρήγορο σκαρί. Αυτά ήταν τα παιγνίδια μας, όμως η καλύτερη ανάμνηση ήταν μια βόλτα, το ψάρεμα, με τη βάρκα του πατέρα μου. Το μυαλό μας ήταν πως θα γίνουμε ναυτικοί».

Ο Γιώργος γεννήθηκε το 1953 στη Κάσο,από μικρός δεν έπαιζε μπάλα, τριγυρνούσε μέσα στις μηχανές, έκανε το μάστορα και διαρκώς κρατούσε εργαλεία. Κάθε τόσο επέστρεφε στο σπίτι μέσα στα λάδια και τη μουτζούρα, αφού έχει χωθεί ολόκληρος σε μια διαλυμένη μηχανή και η μεγάλη του αδελφή του δεν αργούσε, του δίνει ένα μπερντάκι ξύλο, όμως εκείνος δεν καταλαβαίνει, με κάθε ευκαιρία επιστρέφει στα καρνάγια ή τα ηλεκτρολογία του νησιού, ό,τι χαλασμένο μηχάνημα έχει εξαρτήματα, βίδες, καλώδια και πηνεία, δεν γίνεται να μην παλέψει για να το φτιάξει!

Στην Κάσο θα παραμείνει μέχρι την ολοκλήρωση του εξαταξίου γυμνασίου κι έπειτα, όπως και για τους περισσότερους Κασιώτες, άνοιγαν δυο δρόμοι για να κάμουν καλιμέντο, εκείνον της μάνας θάλασσας ή να πάρουν την πικρή λεωφόρο της μετανάστευσης.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του πρωταγωνιστή της ιστορίας μας, ήταν ήδη αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού, έτσι ο πατέρας της φαμίλιας έσπρωξε τον μικρό Γιώργο μακριά από τα πλοία, είχε όνειρο να τον σπουδάσει στην Αμερική, στο κολλέγιο Columbia, μα κι ίδιος ήθελε να γίνει ηλεκτρολόγος μηχανολόγος.

Όμως η ανθρώπινη μοίρα δεν κανονίζεται με κουμπάσα, ούτε τραβάς τη ρότα με ένα μολύβι και οδηγό τον σκληρό ξύλινο χάρακα!

Η Αμερικανική πρεσβεία αρνήθηκε τη Βίζα στο νεαρό Κασιώτη, αν και παρουσίασε την προ-εγγραφή του στο κολλέγιο, έτσι ο Γιώργος Μανούσος διάλεξε την αλάνθαστη μέθοδο της παρανομίας!

Έβγαλε ναυτικό φυλλάδιο και με βοήθεια φίλων και συγγενών, βρήκε εύκολα μια θέση δόκιμου στο μότορσιπ ΙΤΑΛΙΑ του Καλλιμανόπουλου.

Το δρομολόγιο του μικρού γέρικου φορτηγού, μόλις 2.500 τόννων, έπιανε αρκετά λιμάνια της Μεσογείου κι ύστερα φορτωμένο με Ελληνικό καπνό και σάλτσα ντομάτας, από την Ιταλία, αγκωμαχούσε και διασχίζοντας τον Ατλαντικό τραβούσε για την Αμερική.

Στο δρόμο, μέσα σε άγρια αντάρα και θαλασσοταραχή, κάπου στις Αζόρες, άσπροι καπνοί άρχισαν να βγαίνουν από το μηχανοστάσιο, το πλήρωμα φόρεσε σωσίβια, οι μηχανές έσβησαν και το Ιταλία, έτσι ακυβέρνητο, ήταν μια ανάσα πριν το ναυάγιο.

Ευτυχώς δεν υπήρχε φωτιά, ο ένας από τους κυλίνδρους της ταλαιπωρημένης μηχανής είχε βγει εκτός, έτσι μπήκαν στη Λισαβώνα και αφού επισκεύασαν το πρόβλημα τράβηξαν κούτσα-κούτσα για τα μεγάλα λιμάνια του Νέου Κόσμου.

Ο Γιώργος κατάφερε να εξασφαλίσει πάσο εξόδου και τις παραμονές των Χριστουγέννων 1972, έγραψε ένα γράμμα στον καπετάνιο και την κοπάνησε από το φορτηγό! Στα γρήγορα βγήκε από το λιμάνι και από την γειτονιά του Μπρούκλιν μπήκε σε ένα ταξί με κατεύθυνση το σπίτι της αδελφής του, στο Βόρειο Μπρόνξ, εκείνη πρόσφατα είχε παντρευτεί με έναν Κασιώτη μετανάστη.

Τα πράγματα δεν ήρθαν όπως ήθελε, δυστυχώς δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα για τις σπουδές στο φημισμένο κολλέγιο Columbiaκαι στα γρήγορα βρέθηκε καινούριος δρόμος, για να πορευτεί και να σπουδάσει ο Κασιώτης, που από παιδί είχε πάθος με τα κατσαβίδια, τους κινητήρες και κάθε είδους μηχανές, μαστορέματα και κατασκευές.

Στο τεχνικό κολλέγιο TSI θα πάρει με άριστα το πτυχίο του ψυκτικού κι αμέσως θα ξεκινήσει δουλειά στη Νέα Υόρκη.

Στην μητρόπολη του πλανήτη θα ζήσει 13 χρόνια, με τις περισσότερες ώρες από αυτά να επιδιορθώνει ψυγεία! Ο Κασιώτης μάστορας έκανε όνομα γιατί δεν ήταν μόνο εξαιρετικός στη τέχνη του, ήταν ο φιλότιμος Έλληνας ψυκτικός, που παθιαζόταν και δούλευε στην κυριολεξία μέρα-νύχτα!

Το πρώτο κάλεσμα της θάλασσας γίνεται από νωρίς, μόλις 4 χρόνια είχε στην Αμερική και μια ιδέα έτρωγε το μυαλό του, ήθελε να φτιάξει ένα σκάφος με τα ίδια του τα χέρια!

Ξεκίνησε να μαζεύει τα απαραίτητα υλικά, για την κατασκευή του σκάφους που ονειρεύτηκε, ενώ παράλληλα ξέκλεβε λίγο χρόνο από τη δουλειά και επισκεπτόταν ένα καρνάγιο, στο Λόνκ Άιλαντ, όπου δούλευε δωρεάν και εκεί μάθαινε την ναυπηγική τέχνη στην πράξη.

Το 1980 έστειλε ένα κοντέινερ από την Αμερική στην Κάσο, γύρισε και έμεινε στο νησί του 7 μήνες, όπου και έφτιαξε με τα χέρια του το 9,75 μέτρων σκάφος που ονόμασε ΑΘΗΝΑ. Στον ελεύθερο χρόνο δεν άφησε ψυγείο του νησιού να μην το επισκευάσει.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1983, παντρεύεται στο νησί με τη Σταυρούλα και μαζί επιστρέφουν στην Αμερική και τότε μοιάζει να συμβαίνει το μοιραίο κάλεσμα της θάλασσας και της Κάσου!

Ο Έλληνας ψυκτικός ενώ έχει εξαιρετική επαγγελματική πορεία αντιμετώπισε μια εποχιακή ελλεργία που άλλαξε τη ζωή του. Δυο χρόνια αργότερα, το 1985, κλήθηκε να διαλέξει έναν άλλο τόπο για να ζήσει, αφού στην Νέα Υόρκη τα συμπτώματα του ανοσοποιητικού προβλήματος όλο και χειροτέρευαν και έκαναν την καθημερινότητα του αφόρητη. Έτσι πρώτα δοκίμασε την Αθήνα, έπειτα προσπάθησε να ζήσει στη Ρόδο, όμως μόνο στην Κάσο υποχωρούσαν τα αλλεργικά συμπτώματα!

«Η δουλειά μου δεν είχε μέλλον στο νησί, νομίζω ότι η Κάσος με ήθελε, εκείνη με γύρισε πίσω»!

Το 1985 πούλησε τις δυο επιχειρήσεις του στην Αμερική και επέστρεψε με την γυναίκα του και τους δυο γιούς τους στο νησί.

Επένδυσε τα χρήματα του και ανέπτυξε σειρά από επιχειρήσεις, κατασκεύασε ενοικιαζόμενα δωμάτια από τα πρώτα που έγιναν στο νησί, έφτιαξε ένα συνεργείο αυτοκινήτων και ένα παγοποιείο. Όμως η θάλασσα παρέμενε πάντα το όνειρο της ζωής του!

Η μεταμόρφωση του Γιώργου Μανούσου γίνεται το 1994, τότε αποφασίζει να μεγαλώσει το 9,74 σκάφος ΑΘΗΝΑ και να το κάνει 12,5 μέτρα, με στόχο να το δουλέψει στις μεταφορές, που είχε ανάγκη το νησί του.

Σύμφωνα με τον ναυπηγό Σταύρο Ψαθέρη, που έκαμε τα σχέδια, η μετατροπή μπορούσε να γίνει, έτσι έβαλε το σκάφος στο καρνάγιο της Μπούκας, ξεκίνησε τις αλλαγές και είχε φτάσει στην σκαρμολόγηση.

Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο και σήμερα περιγράφει μετανιωμένος εκείνη την προσπάθεια.

Όμως το ΑΘΗΝΑ δεν είχε μοίρα, χάθηκε από νερό, όμως πόση ειρωνεία, δεν πρόφτασε να πέσει στη θάλασσα!

Στην μεγάλη πλημμύρα της Κάσου, το 1994, ο Γιώργος δούλευε μέσα στο στεγασμένο καρνάγιο μαζί με τους δυο γιούς του, έβλεπε τη βροχή όλο να δυναμώνει, άκουγε τα μπουμπουνητά και τους κεραυνούς που έμοιαζαν να πλησιάζουν, απότομα σκέφτηκε τον κίνδυνο, πέταξε κάτω τα εργαλεία, άρπαξε τα δυο μικρά παιδιά του, και έτρεξε στο σπίτι, λίγο πριν ανοίξει την εξώπορτα είδε έναν χείμαρρο, ύψους τριών μέτρων, να κατεβαίνει από το βουνό και να σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα του. Λίγα λεπτά αργότερα το ποτάμι πέρασε και γκρέμισε το καρνάγιο, δεν άφησε τίποτε όρθιο, πήρε το σκάφος και το έκανε χίλια κομμάτια.

Σε κείνη την πλημμύρα μπορεί να έχασε συνολικά 50.000.000 δραχμές, όμως σήμερα κάνει το σταυρό του και κοιτά με δέος προς τη θάλασσα, αφού ξαναγεννήθηκε, γιατί όπως επαναλαμβάνει με χαμόγελο «σωθήκαμε, από εκεί αντλήσαμε δυνάμεις! Κέρδισα τα παιδιά, τη ζωή μου, σταθήκαμε τυχεροί, γιατί δεν μας έπνιξε το νερό που κατέβηκε από το βουνό, ας μην λογαριάσουμε τη χαμένη περιουσία!»

Δεν το έβαλε κάτω, ξαναγόρασε όλα τα υλικά και με ίδια άδεια και σχέδια κατασκεύασε το 12,8 μέτρων σκάφος ΑΘΗΝΑ. Το 1997 ο Μανούσος είναι 44 χρονών και ξεκινά μια καινούρια καριέρα, με αυτό το σκάφος κατάφερε να πάρει τη ταχυδρομική-μεταφορική γραμμή από την Κάσο για το Φινίκι της Καρπάθου. Δεκατρία χρόνια δούλεψε σε αυτή τη γραμμή, οι δυο του γιοί, Σταύρος και Βασίλης, μεγάλωσαν κι εκείνοι έγιναν ναυτικοί, μηχανικοί του Εμπορικού ναυτικού, έτσι το 2011 μια καινούρια σκέψη, για ένα μεγαλύτερο σκάφος, φώτισε το μυαλό του Γιώργου Μανούσου.

Η ιδέα ήταν ένα σύγχρονο πλαστικό 25μετρο, με πιο δυνατές μηχανές και μηδενική συντήρηση, τέτοιο που να μπορεί να αναλάβει πιο μεγάλες διαδρομές.

Έψαξε στην αγορά, ωστόσο τίποτε δεν υπήρχε που να ικανοποιεί τις υψηλές απαιτήσεις του, αλλά ακόμη κι αν έβρισκε το κόστος ήταν απαγορευτικό, τα χρήματα για μια ενδεχόμενη αγορά ξεπερνούσαν τα 3.500.000 ευρώ και απαγόρευαν τέτοιες σκέψεις.

Δεν το έβαλε κάτω, ταξίδεψε στην Ιταλία επισκέφθηκε την εταιρία Opacmareκαι βρήκε μια γάστρα της στην VersilYacht, που δεν είχε χρησιμοποιηθεί, τότε ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου για να φτάσει στην Κάσο. Ναυλώθηκε κλειστό πλοίο για να χωράει μέσα στο αμπάρι, έπρεπε να την παραλάβει από το λιμάνι του Viareggioκαι να μεταφέρει τη γάστρα στην Κάσο.

Ο ναύλος της μεταφοράς κόστισε 35.000 ευρώ κι όμως, παραλίγο η επιχείρηση να αποτύχει, γιατί το λιμάνι στην Ιταλία ήταν ρηχό και το πλοίο με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να δέσει.

Τελικά η γάστρα έφτασε στη Κάσο, την ανέλκυσαν με γερανό στον παλιό ταρσανά και ο Γιώργος Μανούσος μαζί με τους δυο γιούς του, Σταύρο και Βασίλη, έφτιαξαν υπόστεγο και ξεκίνησαν τη δουλειά.

Μια άδεια πλαστική γάστρα, χωρίς κατάστρωμα, χωρίς στεγανά, αυτό είχε στα χέρια της η οικογένεια Μανούσου και από εκεί έπρεπε να βγει ένα σκάφος και μάλιστα να χαρακτηριστεί από το υπουργείο ως επιβατηγό!

Από τον ναυπηγό τον Καλύμνιο ναυπηγό Βασίλη Ψαρομπά έγιναν τα σχέδια, βγήκαν οι ανάλογες άδειες και έτσι ξεκίνησε η απίστευτη δουλειά, ένας αγώνας δρόμου, για να γεννηθεί το KASOSPRINCESS.

Το εγχείρημα ξεκίνησε στο τέλος του 2006 και κράτησε 4,5 χρόνια.

Δυο μηχανές caterpillar1.100 άλογα η κάθε μια, ρεβέρσες ZDF, προπέλες της MitchiganWellmarine, ο κύριος εξοπλισμός έφτασε Αμερική, ακόμη και τα καθίσματα ταξίδεψαν από τη Νορβηγία. Η γάστρα ενισχύθηκε, όλο το σκάφος χτίστηκε με γνώμονα την ασφάλεια και την άνεση του επιβάτη, ο Γιώργος Μανούσος πορεύτηκε με έναν κανόνα στο σύνολο της κατασκευής:

«η ζωή έχει αποδείξει πως ό,τι κοστίζει ακριβά είναι τελικά το πιο φτηνό, γιατί αυτό θα κρατήσει παραπάνω»!

Το χτίσιμο του σκάφους δεν ήταν τίποτε μπροστά στην αγωνία για τα τελευταία απαραίτητα χαρτιά πριν ξεκινήσει τα ταξίδια.

Η περιγραφή του Γιώργου Μανούσου είναι ακόμη ένα μάθημα της Ελληνικής γραφειοκρατίας, ιδιαίτερα για εκείνους που ζουν μακριά από την πρωτεύουσα:

«Στις 7 Νοέμβριου 2010, αφού ολοκληρώθηκε η επιθεώρηση ξηράς κάναμε καθέλκυση του KasosPrincessμε έναν ειδικό γερανό 200 τόννων, μια τρομερά μεγάλη δαπάνη, έπειτα ζητήσαμε να γίνει η τελευταία επιθεώρηση Εμπορικών πλοίων, το πείραμα ευστάθειας και να πάρουμε τις τελευταίες εγκρίσεις.

Από τότε ξεκίνησε μια Οδύσσεια! Η Κάσος έχει ακτοπλοική και αεροπορική σύνδεση, όμως για 5 μήνες η επιτροπή του Υπουργείου δεν μας απαντούσε και δεν ερχόταν για την επιθεώρηση.

Τελικά ήρθαν Αθήνα-Κω, με αεροπλάνο της γραμμής και στη συνέχεια πλήρωσα ιδιωτικό αεροπλάνο (5000 ευρώ) για να φτάσουν στην Κάσο και να κάνουν την επιθεώρηση»!

Από τον Γενάρη 2012 ξεκίνησε τη νέα γραμμή, από Κάσο στο λιμάνι των Πηγαδίων Καρπάθου. Σήμερα το KASOSPRINCESS. είναι ένα στολίδι μέσα στα Δωδεκάνησα, συνεχίζει όλο τον χρόνο και εκτελεί 4 δρομολόγια τη βδομάδα, ενώ την καλοκαιρινή περίοδο, από τον Μάιο μέχρι Σεπτέμβρη, γίνονται τρια επιπλέον δρομολόγια και με εισιτήριο 10 ευρώ η οικογένεια Μανούσου παλεύει για να κάνει πιο γνωστή και ελκυστική την Κάσο.

Τον χειμώνα όσα από τα προγραμματισμένα ταξίδια αναβάλλονται λόγω καιρού, πραγματοποιούνται την επόμενη ημέρα, για τον καπετάν Γιώργο Μανούσο δεν είναι μια απλή μεταφορά, είναι δεδομένη ανάγκη, γιατί όπως μας λέει «τόσο οι ντόπιοι, όσο και οι ταξιδιώτες που επισκέπτονται τα νησιά, πρέπει όταν βλέπουν το σκάφος να νιώθουν εμπιστοσύνη, να χαλαρώνουν και ταυτόχρονα να βλέπουν ανοιχτό και ελεύθερο το δρόμο της θάλασσας».

Η επιδότηση για το κάθε δρομολόγιο αγγίζει τα 2.100 ευρώ, αλλά αν αφαιρέσουμε τα 1.000 λίτρα πετρέλαιο, τους μισθούς, τις εισφορές, τα αναλώσιμα και τις φθορές, τελικά απομένει ένα μεροκάματο, την απόσβεση ούτε τη συζητά ο καπετάν Μανούσος.

Αλλά δεν είναι μόνο τα τακτικά δρομολόγια, το KASOSPRINCESSέχει βγει για να μαζέψει ναυαγούς, άλλες φορές να βοηθήσει πρόσφυγες και μετανάστες, όμως ο πιο σημαντικός ρόλος είναι η άμεση μεταφορά ασθενών από την Κάσο προς την Κρήτη ή την Κάρπαθο.

Στο παρελθόν αρκετές ήταν οι έκτακτες περιπτώσεις που μέσα στην νύχτα και σε τρικυμία, ο Γιώργος Μανούσος έλυνε κάβους, ανέπτυσσε στο φουλ τη ταχύτητα, ξεπερνώντας τα 25 μίλια και σε μιάμιση ώρα έπιανε τη Σητεία της Κρήτης. Σήμερα δεν επιλέγεται το σκάφος για τα έκτακτα ιατρικά περιστατικά, γιατί στο νησί υπάρχει μόνο ένας γιατρός και δεν μπορεί να αφήσει τη θέση του, μοναδική λύση το ελικόπτερο του ΕΚΑΒ.

Ψυκτικός, μηχανολόγος, ηλεκτρολόγος, τορναδόρος, μαραγκός, ο κ. Μανούσος μετρά παραπάνω από είκοσι επαγγελματικές ειδικότητες, όμως όταν φτάνει στη θάλασσα σταματά, φροντίζει να μας εξηγήσει την άποψη του:

«Από 3 χρονών μπαινοβγαίνω στις βάρκες του πατέρα μου, τη ΜΑΡΙΑ και τον «ΑΤΡΟΜΗΤΟ, εμείς λοιπόν που μεγαλώσαμε μέσα στη θάλασσα την πονάμε, είναι κάτι παραπάνω από αγάπη! Μέσα της νιώθουμε καλύτερα κι από το σπίτι της στεριάς, έτσι το επάγγελμα του ναυτικού το θεωρώ κάτι παραπάνω από δεδομένο».

Πολλοί είναι οι περαστικοί από τα νησιά στην άκρη του Αιγαίου που αναρωτιούνται πως τα καταφέρνουν οι μόνιμοι κάτοικοι μέσα στην κρίση.

Η πιο σταθερή απάντηση είναι το παράδειγμα του Γιώργου Μανούσου, του μετανάστη που αρνήθηκε τα πρότυπα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, άφησε πίσω τη μητρόπολη και επέστρεψε για να οργώσει την άγρια μα και τόσο λατρεμένη θάλασσα του Νοτίου Αιγαίου.

Μοναδικός σύμμαχος, πέρα από την οικογένεια, για όλους τους νησιώτες παραμένει η θάλασσα, αρκεί να την αγκαλιάσουν, να ξεχωρίσουν το πιο σπουδαίο χωράφι της πατρίδας και να δουλέψουν με ντομπροσύνη και αυταπάρνηση πάνω στο κάθε κύμα, όπως ακριβώς ο καπετάν Γιώργος Μανούσος, κάθε φορά την κοιτά με δέος, λαχτάρα και άπειρη αγάπη, σα να είναι η πρώτη του!

 

Share