«Στα τείχη, στα τείχη…» - Γράφει ο Κώστας Λαμπριανός

«Στα τείχη, στα τείχη…»
-Γράφει ο
Κώστας Λαμπριανός

«Στα τείχη, στα τείχη…» διέταξε, με βροντερή φωνή, ο γενοβέζος στρατηγός τούς υπερασπιστές της βασιλεύουσας, μα ήταν αργά. από την κερκόπορτα είχε μπει πια το ασκέρι των βαρβάρων και η Πόλις εάλω…
Από μέσα οι οχτροί …θρηνεί από τότε ο ποιητής, δείχνοντας το παλάτι του διχασμού, της σήψης και παρακμής, και όσους ζούσαν μακάριοι στον κόσμο των ψευδαισθήσεων, βυθισμένοι στις δικές τους αυταπάτες, για την άπαρτη Πόλη.
Από μέσα οι οχτροί, και τώρα, σε ειρηνικούς καιρούς, στην αγαπημένη των θεών «νύμφη του Ήλιου», την «βασιλεύουσα» της Μεσογείου, τη Ρόδο των 2424 χρόνων. φαύλες, ανίκανες εξουσίες και πολίτες - στρατιώτες που αφήκαν τα όπλα, παραδομένοι στις αυταπάτες του δικού τους κόσμου.
Και αντηχεί παράξενα, προκλητικά περιπαιχτική, η πρόσφατη δήλωση του δημάρχου, πως η Ρόδος, επί των ημερών του, επανακτά τη χαμένη της αίγλη.
Έγραφα, πριν από δύο χρόνια, λίγες ημέρες μετά τις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, ότι η πόλη, και γενικά το «σμαραγδένιο» νησί, αναζητούν τον σωτήρα, αλλά φευ. ανερμάτιστη, επηρμένη, αλαζονική, ανίκανη και η σημερινή δημοτική αρχή αδυνατεί ν’ ανακόψει την πορεία προς την απόλυτη παρακμή.
Η βάναυση κακοποίηση της πόλης είναι πια ορατή σε κάθε σημείο της, ενώ τα χωριά και οι μικρές κοινωνίες τους έχουν αφεθεί στο έλεος του Θεού.
Και ακούγεται ειρωνικά ότι αυτή, η άλλοτε δακτυλοδειχνούμενη ακμάζουσα, ακτινοβολούσα Ρόδος, διεκδικεί τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης.
Πώς και με τι; Με τα τείχη που πέφτουν;
Ιδέτε, τις οχυρώσεις γκρεμισμένες και τις πέτρες που άντεξαν σε πολιορκητές και κατακτητές, να καταρρέουν χρόνο με τον χρόνο, υπό το αδιάφορο βλέμμα των βαρβάρων της εξουσίας, κι εκείνων των πολιτών που αδυνατούν να εκτιμήσουν το βάρος της πολιτιστικής κληρονομιάς που μας κληροδότησαν αμέτρητες γενιές. ή, το χειρότερο, που τη θυσιάζουν στον βωμό του θεού Μαμωνά.
Ιδέτε, τη Μεσαιωνική Πόλη παραδομένη στους κράχτες, στα μικρά και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, κακοποιημένη, κατά συρροήν, χωρίς να ιδρώνει το αυτί της εξουσίας στις κραυγές της.
Χορτάριασαν τα τείχη, μέχρι συκιές έχουν φυτρώσει στους αρμούς της πέτρας, αλλά ποιος νοιάζεται; Κι αν ο έρμος εντεταλμένος αντιδήμαρχος πασχίζει για την εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για την οικονομική ζωή «εντός των τειχών» και για τη διατήρηση της φυσιογνωμίας του ανεκτίμητου πολιτιστικού Μνημείου, που σήμερα έχει μετατραπεί σε ανατολίτικο παζάρι, εκ των έσω υπονομεύεται, υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους.
Το Αρχαίο Στάδιο, το αρχαίο θέατρο, συνολικά ο χώρος της Ακρόπολης, αναξιοποίητα, εγκαταλειμμένα, στη φθορά του χρόνου, δίνουν ανάγλυφη την αποστροφή του τοπικού γκουβέρνου προς τον πολιτισμό, όταν άλλες, μικρότερες και οικονομικά ασθενέστερες, κοινωνίες, όπως η Μεσσήνη, η Μήλος, έχουν αναδείξει τα θεατράκια τους, σε συνδετικό κρίκο του μακρινού χθες με το σήμερα.
Τα δημόσια κτήρια, ιστορικά αποτυπώματα της ιταλικής κατοχής και νεοκλασικά, δείγματα μιας ακμάζουσας πόλης, ακόμα και στα χρόνια της τουρκοκρατίας, καταρρέουν, στη διαδρομή του χρόνου, θλιβερές μελαγχολικές εικόνες.
Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα η Ρόδος του σήμερα σε πληγώνει…
Τα μοναδικά πάρκα της, με τους ιβίσκους να δίνουν το δικό τους άλικο χρώμα, περιμετρικά της Τάφρου, έγιναν σκουπιδότοποι, χωρίς να συγκινείται κανείς.
Η πόλη των φιλοσόφων, των μεγάλων καλλιτεχνών, των γραμμάτων και του φωτός ξεθώριασε, αποπνέοντας μιαν αβάσταχτη μελαγχολία.
Προδομένη και περιφρονημένη, από τους ίδιους τους ανθρώπους της, έχει παραδοθεί στους Ρομά, στους επαίτες, στους παράνομους μετανάστες, στους κάθε λογής καιροσκόπους και τυχοδιώκτες.
Πνίγεται καθημερινά στο κυκλοφοριακό χάος, που κάνει τη ζωή των πολιτών κόλαση, μα η δημοτική αρχή πέρα βρέχει. τα πεζοδρόμια, οι κοινόχρηστοι χώροι έχουν μετατραπεί σε χώρους παρκινγκ αυτοκινήτων και δικύκλων, αποκορύφωμα της άμετρης αυθαιρεσίας.
Πού είναι, και πώς κατάντησε, η όαση, άλλοτε, του Ροδινιού;
Πού είναι, και πώς κατάντησαν οι - φημισμένες παγκοσμίως - Πεταλούδες;
Για να είμαι δίκαιος, η παρακμιακή εικόνα της Ρόδου, δεν είναι δημιούργημα των δύο χρόνων της θητείας της τωρινής δημοτικής αρχής. όμως, βαδίζει στ’ αχνάρια των προηγούμενων, δειλή, αναποφάσιστη, σε πλήρη σύγχυση, πολιτεύεται με μοναδικό όπλο τα μεγάλα λόγια και τις επικοινωνιακές πομφόλυγες, και ας επισημαίνουν τα τοπικά μέσα τις καθημερινές ασχήμιες, τα μικρά και μεγάλα εγκλήματα σε βάρος της πόλης και του νησιού.
Από μέσα οι οχτροί …θρηνεί ο ποιητής.
Και θαρρώ, πως είναι η ώρα των πολιτών. ν' αναλογιστούν τις δικές τους ευθύνες και ν’ αναλάβουν πρωτοβουλίες για τη σωτηρία της πόλης.
Να βρεθούν στα τείχη, στους προμαχώνες, να φυλάξουν καλά τις κερκόπορτες, να τρέψουν σε φυγή τα στίφη των βαρβάρων…
Ναι, ο τόπος που μας γέννησε έχει σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, ανάγκη ενός ισχυρού κινήματος πολιτών μιας και το φαύλο τοπικό πολιτικό κατεστημένο έχει αποδειχθεί ανίκανο να σταματήσει τον παρακμιακό κατήφορο του.
«Στα τείχη, στα τείχη», λοιπόν, για να μην ακουστεί ποτέ το «σώπασε κυρά Δέσποινα …πάλι με χρόνια και καιρούς…».

TopStoryImage: 

TopStoryGallery: 

Share

Comments

Συγκίνηση

Με άγγιξε πολύ το άρθρο σας και ήθελα και εγώ με τη σειρά μου να παραθέσω κάποιους στίχουςαπό το "Θεόφιλος Παλαιολόγος" του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ήτοι:Ὅμως ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ᾄσματὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλώσσακαὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνωνποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρται»μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένονκι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ᾿ μηδὲ στὸ περιβόλιἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ᾿ τὴν ρίζαν».Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,καὶ τὸ διαβάζει κι ὀλοφύρεται.«Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτ᾿ ἀνακλαῖγ᾿ σίτ᾿ ἀνακροῦγ᾿ τὴν κάρδιαν.Ν᾿ ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».

Pages